Τολστόι, Τσέχωφ και Γκόρκι. Οι σχέσεις των τριών συγγραφέων, όπως τις περιέγραψε ο Μένης Κουμανταρέας...

Αυγούστου 10, 2017
Tweet
Share
Like
Tweet
Share
Like

Ένα κείμενο του Μένη Κουμανταρέα για τους τρεις κορυφαίους Ρώσους λογοτέχνες, σε επιμέλεια του Θ. Νιάρχου. Δημοσιεύθηκε στα ΝΕΑ, λίγες μέρες μετά τη δολοφονία του λογοτέχνη. ΤΟΛΣΤΟΪ Μπορεί να μην είναι ποιητής και βέβαια μιγάς, όπως ο δημιουργός του “Ευγένιου Ονέγκιν”, μπορεί όμως να έχει “Νεκρές Ψυχές” στη δούλεψή του, μα είναι εναντίον της δουλοπαροικίας. Δεν έχει κάνει εξόριστος σε καταναγκαστικά έργα στη Σιβηρία, όπως ο συγγραφέας των “Φτωχών και περιφρονημένων”, και δεν είναι παντρεμένος δύο φορές όπως εκείνος. Για να βρεθούν άνθρωποι των γραμμάτων, και όχι μόνον, στα κάτεργα θα πρέπει να περάσουν χρόνια, όταν την Οχράνα των τσάρων θα την έχει αντικαταστήσει η Κα Γκε Μπε. Ο Τολστόι προς το παρόν ζει στην ντάτσα του, τη Γιασνάγια Πολιάνα, καλοζωισμένος, με πολλούς μουζίκους τους οποίους ποθεί να ελευθερώσει. Έχει όμως άγρυπνο φύλακα την κόμισσα σύζυγό του που τον κλειδώνει για να γράφει. Παρ’ όλα αυτά, δηλώνει ότι “η ιδιοκτησία είναι κλοπή”.

Στο μεταξύ γράφει την “Άννα Καρένινα”, καθρέφτη των ηθών στην Αγία Πετρούπολη, ένα από τα πιο αγαπημένα μυθιστορήματα όλων των εποχών και βέβαια το “Πόλεμος και Ειρήνη”, για το οποίο ο Τσέχωφ λέει ότι ξυπνά κάθε νύχτα και το διαβάζει. “Εξακολουθώ”, γράφει, “να νιώθω την ίδια περιέργεια και τον ίδιο απλοϊκό θαυμασμό όπως και στην πρώτη ανάγνωση. Είναι υπέροχο!” Αλλά και χρόνια αργότερα, ο Αμερικάνος Νόρμαν Μέιλερ, γράφοντας το θαυμάσιο “Οι γυμνοί και οι νεκροί” για τον πόλεμο στον Ειρηνικό με τους Ιάπωνες, στρώνεται και διαβάζει το “Πόλεμος και Ειρήνη”. Με τα μικρά πονηρά ματάκια του, ο Λέων απολαμβάνει τη συντροφιά των νεοτέρων του που τον λατρεύουν και ας έχουν καμιά φορά αντιρρήσεις. Είναι ένας άνθρωπος σπάνια γοητευτικός, όπως θα πει ο Τσέχωφ, και όσο υπάρχει αυτός “θα θάβονται στο σκοτάδι το κακό γούστο και η χυδαιότητα, χωρίς αυτόν οι συγγραφείς θα ήταν ένα κοπάδι χωρίς βοσκό”. Από τη μεριά του, ο Τολστόι θεωρεί τον Άντον μέτριο έως ατάλαντο δραματουργό, μολονότι τον εκτιμά πολύ ως διηγηματογράφο. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Τολστόι απέρριπτε και τον Σαίξπηρ. Τελικά, ο μέγας Λέων έχοντας ξεφύγει από την επιτήρηση της κόμισσας θα περιπλανηθεί μια παγερή νύχτα του χειμώνα του 1910 αναζητώντας την ελευθερία για να συναντήσει, με τη μορφή πνευμονίας, τον θάνατο.

ΤΣΕΧΩΦ

Δίπλα στον Λέοντα και στον Μαξίμ, δίπλα στα γηρατειά και στα νιάτα, κάθεται ο μεσήλιξ Άντον Τσέχωφ με τα γυαλάκια του κρεμασμένα από μαύρο κορδόνι, το pince nez όπως επικρατούσε η ονομασία του, σοβαρός και κάπως θλιμμένος. Παρά την άψογη εμφάνισή του, μαντεύει κανείς την αρρώστια του που καιροφυλακτεί, μια αρρώστια που σημάδεψε καλλιτέχνες από τον εύθραστο Σοπέν ως τον χαλκέντερο Ρίτσο. “Είμαι εξόριστος στη Γιάλτα”, θα γράψει στη γυναίκα του, “όπως ο Ντρέιφους στο Νησί του Διαβόλου”. Πριν να επιδεινωθεί η υγεία του θα έχει το σθένος να επισκεφθεί τους κατάδικους ενός άλλου νησιού, της Σαχαλίνης, το Γκουαντανάμο της εποχής, κάπου χαμένο στον Αρκτικό Κύκλο. “Ένας τόπος όπου θα έπρεπε να πάμε για προσκύνημα όπως οι Τούρκοι στη Μέκκα”, γράφει δέκα χρόνια πριν από τη φωτογραφία. Προς το παρόν, εξακολουθεί να συνθέτει μελαγχολικές ιστορίες που βγάζουν ενίοτε γέλιο με εκείνη τη δεινή παρατηρητικότητά του για την αργόσχολη αστική ρωσική τάξη και τους περιφρονημένους. Ώρες ώρες ονειρεύεται μια επανάσταση, όπως στο πρόσωπο του φοιτητή στον “Βυσσινόκηπο”. Η καριέρα του στο θέατρο αρχίζει με την παταγώδη αποτυχία του “Γλάρου”, παρ’ όλα αυτά επιμένει και σε αυτό έρχεται αρωγός η γυναίκα του, η ηθοποιός Όλγα Κνίπερ. Θα πεθάνει στη Γερμανία το 1904, σε μια τελευταία απόπειρα να αλλάξει περιβάλλον και να γιατρευτεί, στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, πίνοντας αντί για μετάληψη ένα ποτήρι σαμπάνια. Χρόνια αργότερα ο θάνατος του θα εμπνεύσει στον αμερικανό Ρέιμοντ Κάρβερ ένα εξαιρετικό διήγημα. ΓΚΟΡΓΚΙ.

Ο τρίτος της παρέας, ο Αλεξέι Μαξίμοβιτς Πεσκόφ όπως ήταν το πραγματικό όνομα του Μαξίμ Γκόρκι, ανάμεσα στον Λέοντα Τολστόι και τον Άντον Τσέχωφ, με την παραδοσιακή ρώσικη μπλούζα του που κουμπώνει στον ένα ώμο. Κοιτάζει κατευθείαν τον φωτογράφο ακουμπτώντας στους φίλους του και οραματιζόμενος τη μεγάλη Επανάσταση. Είναι ο μόνος από τη συντροφιά που θα προλάβει το 1917. Ευτυχώς ίσως για τους άλλους δύο που, παρά τις ιδέες τους, δεν θα καλοπερνούσαν με τους Μπολσεβίκους. Ο Μαξίμ είναι ακόμα νέος στη φωτογραφία, όμορφος, με φουντωτό μουστάκι και γεροδεμένος. Νιώθει μεγάλο σεβασμό απέναντι στον Τολστόι χωρίς να λείπει και μια κριτική διάθεση. Με τον Τσέχωφ έχει μια αδελφοσύνη και οικειότητα. Άλλωστε ο Μαξίμ θα έχει πολλά να διδαχθεί για το θέατρό του από τα έργα του Άντον. Από την πλευρά του, με όλη τη συμπάθεια που του έχει, ο Τσέχοφ γράφει για τον Μαξίμ ότι “εξωτερικά δίνει την εντύπωση ξυπόλητου, αλλά από μέσα του είναι άνθρωπος πολύ λεπτός και με έχει γοητεύσει. Θα ήθελα να τον συστήσω σε γυναίκες, γιατί πιστεύω ότι του χρειάζονται, αλλά αντιδρά”. Ο αγνός λοιπόν Γκόρκι, του οποίου τον Δεκέμβριο του ’44 ξεκοκάλιζα τα “Ξένα Χέρια”, προτού βρεθώ και εγώ όμηρος στα χέρια των ελασιτών. “Το μόνο που ενοχλεί πάνω στον Μαξίμ”, έγραφε ο Τσέχοφ, “είναι η χωριάτικη πουκαμίσα του”. Αντίληψη του αστού που, κατά τα άλλα, ξεμπρόστιαζε την αστική τάξη, ίσως γιατί ο ίδιος δεν ήθελε να δείχνεται ατημέλητος ούτε μπροστά στους πιο οικείους του. Αντιφάσεις λοιπόν που μέσα από αυτές οι εργάτες της τέχνης θαυματουργούν. Προδομένος από τους συντρόφους του Μπολσεβίκους, ο Γκόρκι θα αναζητήσει διέξοδο στην Ευρώπη. Γράφει το 1936 στον Ρομέν Ρολάν: “Μια δαιμονική κούραση πάει να με καταβάλει”. Με την επιστροφή του στη Ρωσία, την ίδια χρονιά, παθαίνει αιμόπτυση, ένα κρυολόγημα στο τρένο θα τον αποτελειώσει τον Ιούνιο του ’36.

Ύστερα από 50 χρόνια, η Γιάλτα, τόπος παραθερισμού της ρωσικής αριστοκρατίας, θα ενώσει άλλος τρεις επιφανείς, τον Στάλιν που συμπτωματικά έχει το ίδιο μουστάκι με τον Γκόρκι, τον Τσόρτσιλ με το πούρο και τον Ρούζβελτ άρρωστο και τυλιγμένο σε κάπα. Αυτοί οι τρεις θα τεμαχίσουν σαν πρωτοχρονιάτικη πίτα την Ευρώπη, προδιαγράφοντας τον Ψυχρό Πόλεμο που κυριάρχησε σε ένα μεγάλο μέρος του 20ου αιώνα. Στο μεταξύ η Κριμαία, που βρισκόταν κάτω από την επιρροή της Ουκρανίας, πρόσφατα μόλις, θα επιστρέψει στη μητέρα Ρωσία προκαλώντας αναταραχή. Άραγε, συλλογίζομαι, θα μπορεί τώρα πια η Κυρία με το σκυλάκι να κάνει τη βόλτα της στην προκυμαία με το ομπρελίνο της για να συναντήσει κρυφά και καρδιοχτυπώντας τον εραστή της; Δεν μπορεί όμως, όλο και κάποιος εργάτης του γραπτού λόγου θα βρεθεί να εμφυσήσει ζωή σε άλλες ηρωίδες και ήρωες του μέλλοντος. Η λογοτεχνία, σε αντίθεση με τις επαναστάσεις και τις προσαρτήσεις κρατών, δεν τελειώνει, κρατά ευτυχώς αιώνια.

Του Μένη Κουμανταρέα, επιμέλεια Θανάσης Νιάρχος από τα «ΝΕΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ».

 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: Προηγούμενο θέμα Επόμενο θέμα

Προσθήκη σχολίου