ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Άδοξος στα Μέγαρα

Tweet
Share
Like
Tweet
Share
Like

Το κροτάλισμα του τραίνου ακούστηκε τόσο οικείο.

«Θα πεθάνω νωρίς» σκέφτηκε «ανάμεσα σε μερικές γελοίες κότες!».

Έκαιγε στα χείλη η κάφτρα του τελευταίου του τσιγάρου.

Σε ποιόν ανήκαν άραγε αυτά τα δάχτυλα;

Κοίταζε θολά τα κοτέτσια των Μεγάρων, που όσο πήγαινε η γραμμή, ερχόνταν με φόρα καταπάνω του και μόρφαζε από αηδία και πόνο.

«Δεν πρόκειται να ξεφύγεις!» του φωνάζαν υστερικά. «Θα πεθάνεις σύντομα και το ¨σύντομα¨ είναι τώρα!».

Του Κηφισού τα ΚΤΕΛ ήταν μακριά.

«Μου μένει ακόμα ο Δεκέμβριος» σκέφτηκε παρηγορητικά και, σαν αίφνης το αίμα μέσα του να φούντωσε ξανά στις αρτηρίες των γνώριμων δρόμων.

«Έχω ακόμα να πάω στο παζάρι στα Μπίτολα. Κι ύστερα, με περιμένει ο πατέρας στην Αδριανούπολη.

Στο Ιάσιο, μετά, γύρω στην άνοιξη, μακάρι να φτάσω ζωντανός, ρε, στοργικέ Θεέ.. Και να κατέβω έπειτα στη Γκούτσα όρθιος με λινό σακάκι στα σύνορα, τον Αύγουστο. Ν ΄ ακούσω για στερνή φορά τα χάλκινα που τα γυαλίζουνε οι γύφτοι στον αέρα κι ας αποθάνω αργότερα, ανάμεσα στη Νότια Σερβία και στα ήσυχα λειβάδια των γονιών και του τόπου μου…».

Για να πούμε την αλήθεια τον προλάβανε οι κότες των Μεγάρων και τον αποτελειώσαν.

Αρχές Δεκέμβρη, τα μάτια του είχανε πια ξεθωριάσει. Κατέβαινε βοριάς και

λυπόταν. Αλλά, μονάχος του οριστικά πάγαινε τώρα, στο δρόμο για την γενέτειρα.

"Αχ, Καστοριά ξεμυαλισμένη! Θα βλέπω τώρα τη λίμνη απ'  τα μνήματα  απέναντι" σκέφτηκε ξαφνικά.

Ο χρόνος απότομα, γίνηκε σαν αφύλακτη διάβαση.

Κι ύστερα πέρασε από μπροστά νοσταλγικά η μάνα του και του βόλεψε κάτι αφόρετα παπούτσια γαμπριάτικα στα πόδια.

«Σου το΄ χα πει αγόρι μου» του λέει χαϊδεύοντας στοργικά τα πυκνά του μαλλιά. «Εδώ γαμούνε αρσενικούς κι εσύ γύρευες νύφη…».

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: Προηγούμενο θέμα Επόμενο θέμα

Προσθήκη σχολίου

Premium Penna Reporter Mamamia CityWoman
Copyrights © 2009-2020 Premium S.A. All Rights Reserved.