ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Όταν ο Ζαμπέτας χούφτωσε τη Μπριζίτ Μπαρντό

Tweet
Share
Like
Tweet
Share
Like

«Όλοι οι μεγιστάνες της τέχνης ,της μόδας, του σινεμά και του θεάτρου, Ιμπέρια Αρτζεντίνα από Ισπανία, η Γκρέις Κέλι του Μονακό, ο Ρενιέ, η Τζίνα Λολομπριγκίτα, η Σοφία Λόρεν. Κάτι γούνες, κάτι πράγματα! Να δεις χρυσαφικό, να δεις διαμαντικό! Όλες οι Μπριζίτ Μπαρντό ήταν μαζεμένες εκεί. Τις φούχτωσα όλες. Και όχι μόνο τις φούχτωσα μου κολλάγανε κιόλας». Έτσι αφηγήθηκε ο Γιώργος Ζαμπέτας στην θυγατέρα του Κατερίνα, την εμπειρία του από το Φεστιβάλ κινηματογράφου των Κανών όπου βρέθηκε παρέα με τον Μάνο Χατζιδάκι και τη Μελίνα για την ταινία «Ποτέ την Κυριακή».

Εύστροφος, επινοητικός, με αστείρευτο χιούμορ και φλέβα λαϊκή, κλασσικά αθυρόστομος, μάγκας και τρυφερός, ανοιχτοχέρης, καλόκαρδος και δίκαιος. Τα πήγε όλα μέχρι την άκρη. «Έχετε καπνίσει ποτέ χασίς;» πήγε να τον αιφνιδιάσει κάποτε ένας δημοσιογράφος. Τον κοίταξε υπό γωνία και είπε σέρνοντας με κείνο τον μοναδικό τρόπο τη βαρειά και καθαρή φωνή του «λειβαααάδια»!..

Χείμαρρος τρυφερότητας, η θυγατέρα του Κατερίνα Ζαμπέτα στη βιογραφία του με τίτλο «Βαθειά στη θάλασσα θα πέσω», (εκδ. Άγκυρα)που παραπέμπει σε μια από τις ανεπανάληπτες επιτυχίες του, θα γράψει νοσταλγικά «η μητέρα, μας έδινε ξύλο ο πατέρας στοργή». Ο,τιδήποτε στη φύση παρήγε ήχο, τον συνάρπαζε και τον βοηθούσε στις συνθέσεις του, σύμφωνα με όσα ο ίδιος εκμυστηρεύτηκε στην Κατερίνα λίγο πριν το θάνατό του.

Ήταν ένας «λαϊκός σόουμαν που αν ζούσε στην Αμερική θα ήταν παγκόσμιος μύθος» όπως εύστοχα είπε ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, με επικοινωνιακό χάρισμα και πάνω απ’ όλα, ανθρωπιά και ταλέντο. Χαρτογράφησε μια νέα αυθεντική περιοχή στο λαϊκό τραγούδι με εύληπτο προσωπικό ύφος, απροσέγγιστες εισαγωγές, ακόμα και σε τραγούδια άλλων, σπαρακτικές ή δαιμονιώδεις φόρμες αναλόγως, ενώ στήριξε ένθερμα στα πρώτα τους βήματα, μεγάλους στη συνέχεια ερμηνευτές, όπως η Βίκυ Μοσχολιού, ο Μητροπάνος, ο Βοσκόπουλος, ο Κόκοτας, η Μαρινέλα κι η Δούκισσα.

Γνήσια αντικομφορμιστής και την ίδια στιγμή βαθειά θρήσκος, «ήθελε πάντα αναμμένο καντήλι στο εικονοστάσι», ανατρεπτικός, ωστόσο και προληπτικός, «φοβόταν τις μαύρες γάτες». Ένας αστείρευτος σε εμπνεύσεις, πληθωρικός και άδολος άνθρωπος.

Τα πρώτα βήματα
Αγάπησε το μπουζούκι στο μπαρμπέρικο του πατέρα του όπου πρωτάκουσε δεξιοτέχνες του οργάνου. Κι όταν απολύθηκε από την αεροπορία, «επαγγελματίστηκε», όπως αστειευόταν. Πρώτος ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης, ο γνωστός «Τσάντας»,επειδή γύρναγε μονίμως με μια τσάντα υπό μάλης γεμάτη στίχους του έδωσε τα λόγια και τον προέτρεψε να γράψει μουσική σε μια εποχή που οι εταιρείες προτιμούσαν τους Μητσάκη, Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου. «Τον Μάρκο τον έχουνε πεταμένο με τις κλωτσιές. Και τον Στράτο. Γιατί αυτούς του ανθρώπους τους είχανε φάει το ζουμί κι είχανε μείνει τα κόκαλα» έλεγε με στεναχώρια μπαίνοντας στη δισκογραφία το 1953.

Εκτιμούσε απεριόριστα τη φωνή του Στράτου Παγιουμτζή, «ο θεός των θεών», χαρακτήριζε «θρύλο» τον Καζαντζίδη, «μεγάλη καρδιά» τον Χιώτη, «φίνο» τον Μητσάκη και θυμόταν πάντα τη συμβουλή που του έδωσε ο τελευταίος το 1952 να μην πίνει με τους θαμώνες. «Αποχτούνε δικαιώματα και θα σε ξεφτιλίσουνε στο σανίδι».

Για τον Τσιτσάνη σχολίαζε πως ήταν «πολύ παρωπιδοφόρος». «Δεν ήθελε κανέναν. Μόνο με τις γυναίκες δεν είχε πρόβλημα, γιατί εκεί δεν υπήρχε ανταγωνισμός», αλλά αναγνώριζε ότι «ήτανε μεγάλος! Κολόνα μεγάλη, καρυάτιδα».

Για τον Χατζιδάκι

«Αυτοκράτορα της μουσικής» θεωρούσε τον Χατζιδάκι. Μια φορά στο στούντιο ο κορυφαίος συνθέτης τον ζήτησε να αυτοσχεδιάσει παίζοντας ένα ταξίμι. «Πλακώνομαι –θυμόταν ο ίδιος– στο παίξιμο. Μη! Μου φωνάζει, Γιώργο, μέχρι το Λα θα πας! Α, του απαντάω, δεν κατάλαβα, με συγχωρείς. Έπρεπε να μου πεις να πάω μέχρι πλατεία Κολιάτσου, όχι παραπέρα». Το έπαιξε όπως του ζήτησε και αμέσως μετά γυρίζει και του λέει ο συνθέτης: «Γιώργο, τώρα παίξε κάτι άλλο και πήγαινε μέχρι Αγάμων».

«Ωραίος ο Μανόλης, (σ.σ: έτσι αποκαλούσε τον Χατζιδάκι) την καταλάβαινε τη φάρα μας. Και δεν πέρασε δίσκος ή τραγούδι που να μη βάλει τ’ όνομά μου. Σολίστ Γιώργος Ζαμπέτας». Είχε όμως παράπονο και ακόμη μεγαλύτερο η σύζυγός του και μάνατζερ Αργυρώ από τον Μίκη Θεοδωράκη. «Θεοδωράκης για σένα τέλος», του είπε όταν διαπίστωσε ότι στη «Γειτονιά των αγγέλων» δεν αναφερόταν καν το όνομα του συζύγου της. Ανάλογη ήταν η αντίδραση και με τον Σταύρο Ξαρχάκο. «Ο πατέρας εκτιμούσε τον “κοντό”, όπως τον αποκαλούσε σπίτι». Όταν όμως στη συναυλία στο «Κεντρικόν» το 1965 δεν αναφέρθηκε το όνομά του στο πρόγραμμα, η Αργυρώ Ζαμπέτα του παράγγειλε αυστηρά: «Κουράστηκα να σε βλέπω να παίζεις για τους άλλους».

Όταν η Πόλυ Πάνου προτίμησε το μπάνιο

Το 1959 ο Μάνος Χατζιδάκις τον έκανε «σολίστ» στις συνθέσεις του. Τα επόμενα χρόνια, ο Γιώργος Ζαμπέτας «κέντησε» με τις ξεχωριστές πενιές του τις εισαγωγές και τα τραγούδια των Θεοδωράκη, Ξαρχάκου, Πλέσσα, Μαρκόπουλου, Μαρκέα, Καπνίση και πολλών άλλων συνθετών. Έγραψε ακόμα τραγούδια με τους Πυθαγόρα, Καγιάντα, Πρετεντέρη, Παπαδόπουλο, Τζεφρώνη, Μπακογιάννη και Παπαγιαννοπούλου, ενώ εκτός από τον κορυφαίο στιχουργό Χαράλαμπο Βασιλειάδη, συνεργάστηκε στενά με τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου και τον Αλέκο Σακελλάριο.

Ο Ζαμπέτας έγραψε πολλά και διαφορετικού ύφους τραγούδια. (Κοντά στα ξημερώματα, Δεν έχει δρόμο να διαβώ, Όταν θα λάβεις αυτό το γράμμα, μερικές από τις κορυφαίες επιτυχίες). Τα «Δειλινά» και το «Πάει, πάει» σε στίχους του Τούντα τα κέρδισε αυτοδικαίως με το φιλότιμό της στο ξεκίνημα της καριέρας της, η Μοσχολιού. Για καλή της τύχη, εκείνη τη μέρα η Πόλυ Πάνου προτίμησε τα μπάνια στη θάλασσα. Όπως τον υπέροχο «Αλήτη» τον σφράγισε η ερμηνεία της Μπέμπας Μπλανς. Επικές ήταν οι κόντρες τους. «Βελούδινη φωνή αλλά, της έλειπε η σύνεση» θα πει μετά από χρόνια λακωνικά.

«Δεν περίμενε ποτέ κάτι…»

Η δεκαετία του ’80 έφερε νέα ήθη και τον οδήγησε στο περιθώριο. Έφτασε να παίζει ακόμα και στις γιορτές κρασιού στα Δαφνί. Μια τελευταία απόπειρα να σταθεί στη νύχτα με το μαγαζί «Τελεσίγραφο» και παρέα τον γιο του Μιχάλη στο αγαπημένο του «Αιγάλεω Σίτι», όπως το αποκαλούσε, αν και είχε γεννηθεί στο Μεταξουργείο, δεν τελεσφόρησε.

Καταξιωμένοι τραγουδιστές του γύρισαν τη πλάτη, εκείνος διακριτικά απομονώθηκε και το αναπνευστικό πρόβλημα χειροτέρεψε. Ζούσε με οξυγόνο. Σε κηδείες φίλων δεν ήθελε να πηγαίνει. «Καθόταν σπίτι και συνόδευε με το μπουζούκι του τους πεθαμένους», γράφει η Κατερίνα Ζαμπέτα.

Πίστευε ότι τον θεωρούσαν παρακμιακό και παληομοδίτη. Όμως ήταν άνθρωπος περήφανος, εγκάρδιος, χωρίς ανταγωνισμό. «Ένα τηλέφωνο μονάχα θέλω», έλεγε με παράπονο. «Ν’ ακούσω από το σύρμα μια παλιά, αγαπημένη φωνή. Τίποτε άλλο…».

Πέθανε \το 1992 μόλις στα 67 του χρόνια και μέχρι την τελευταία του στιγμή, τραγουδούσε το τραγούδι που είχε γράψει στο ξεκίνημά του, πικραμένος από την εγκατάλειψη των φίλων του «βαθειά στη θάλασσα θα πέσω/ να με σκεπάσει το νερό/ τη δύστυχη ζωή που κάνω/ να την αντέξω δε μπορώ…».

Χαρακτηριστική του ήθους του μεγάλου δημιουργού ήταν η δήλωση του Δημήτρη Μητροπάνου, ο οποίος τον θεωρούσε δεύτερο πατέρα του: «ο Ζαμπέτας είναι ο μόνος άνθρωπος στο τραγούδι ο οποίος με βοήθησε χωρίς να περιμένει κάτι. Με όλους τους υπόλοιπους συνεργάτες μου κάτι πήρα και κάτι έδωσα» είπε τη μέρα της κηδείας του… .

 
 
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: Προηγούμενο θέμα Επόμενο θέμα

Προσθήκη σχολίου

Premium Penna Reporter Mamamia CityWoman
Copyrights © 2009-2020 Premium S.A. All Rights Reserved.