ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Η δεύτερη ευκαιρία…

Tweet
Share
Like
Tweet
Share
Like

Του Πάνου Τσαγκαράκη

Ήταν μια παγωμένη νύχτα στο Μανχάταν, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, ο αέρας σφύριζε στα ακάλυπτα αυτιά του Μάριο, που ακόμα και το καλοραμμένο ακριβό, αλλά φθαρμένο και βρώμικο πλέον παλτό που φορούσε, με το γιακά σηκωμένο, δεν ήταν ικανό να ζεστάνει το ακάλυπτο κεφάλι του. Χωρίς να το καταλάβει, τα βήματα του τον οδήγησαν μπροστά από ένα κτήριο, στην 5η λεωφόρο, όπου στεγάζονταν τα γραφεία της επιχείρησης που εργάζονταν πριν καταλήξει άστεγος. Στάθηκε και κοιτάζοντας τους εργαζόμενους να αποχωρούν, να αγκαλιάζονται και να δίνουν ευχές ο ένας στον άλλον, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα δάκρυ που κύλησε στο παγωμένο του μάγουλο. Σκέφτηκε, ότι  πριν από μερικούς μήνες ήταν και αυτός ένας από αυτούς, ήταν μεγαλοστέλεχος σε αυτή την επιχείρηση. Μέχρι, που η διοίκηση της επιχείρησης (λόγω μιας λάθος απόφασης που πήρε, σε μια καθοριστική στιγμή για το μέλλον της επιχείρησης), αποφάσισε να τον απολύσει και μαζί με αυτόν ένα μέρος των δικών του «υψηλόμισθων» στελεχών, για να τον αντικαταστήσει με ένα πολύ νεαρότερο, άπειρο, αλλά πρόθυμο να εργαστεί ακόμα και δώδεκα ώρες την ημέρα, με πολύ χαμηλότερες αμοιβές, με αποτέλεσμα αυτός να βρεθεί κυριολεκτικά στο δρόμο.

Ήταν καταχρεωμένος και δεν άντεξε οικονομικά για πολύ, μέχρι που η τράπεζα του κατέσχεσε το σπίτι, το αυτοκίνητο και ότι άλλο είχε στο όνομα του. Η δε γυναίκα του τον παράτησε και έφυγε με την κόρη του. Με αποτέλεσμα να μείνει στο δρόμο, και να ξοδέψει όλες του τις οικονομίες μένοντας σε διάφορα, φτηνά ξενοδοχεία μέχρι που άρχισε να χρησιμοποιεί σαν στέγη τον κήπο της εκκλησίας του Αγ. Πατρικίου στην Park Avenue.

Έστριψε το πρόσωπο του και κοίταξε γύρω του χαμηλώνοντας το κεφάλι του, για να μην τον αναγνωρίσει κάποιος από τους εργαζόμενος που έβγαινε από το κτήριο και απομακρύνθηκε. Μετά από μερικά μέτρα σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε ψηλά, στα στολισμένα δέντρα της λεωφόρου, με τα χιλιάδες λαμπιόνια να λαμπυρίζουν στο φως της νύχτας κάνοντας τα στολισμένα δέντρα να φαίνονται σαν κάστρα και τις βιτρίνες των καταστημάτων, σαν μεγάλες αγκαλιές που σε προσκαλούσαν να μπεις σ αυτές και να ζεσταθείς. Όμως, παρόλη τη ζεστασιά που θα έπρεπε να πλημμυρήσει την παγωμένη από συναισθήματα ψυχή του, φάνηκε, ότι αποπνέανε μια μελαγχολία, φάνταζαν και αυτά «θλιμμένα».

Κοντοστάθηκε, ακούγοντας δυο αφροαμερικάνους άστεγους, να τσακώνονται μπροστά από ένα κάδο σκουπιδιών, για το ποιος θα πάρει τα αποφάγια από μια μεγάλη σακούλα που ανέσυραν από τα σκουπίδια, με τον ένα, να τραβάει από τη μια και τον άλλο από την άλλη, ενώ τα όποια αποφάγια χύθηκαν στο πεζοδρόμιο. Συνέχισε την περιπλάνηση του και αναζήτησε το δικό του γεύμα στους άλλους κάδους της λεωφόρου. Μετά από αρκετό περπάτημα, σταμάτησε έξω από ένα πολυτελές εστιατόριο της πόλης, η ειρωνεία ήταν, ότι πριν από μερικές εβδομάδες σύχναζε πολύ συχνά με την γυναίκα του σε αυτό. Πήγε από το πλαϊνό δρομάκι, εκεί που βρίσκονταν οι κάδοι με τα απορρίμματα και κοίταξε προς αυτούς. Η τύχη, μετά από πολλές βραδιές, του χαμογέλασε για πρώτη φορά, οι κάδοι ήταν γεμάτοι με πολλά αχρησιμοποίητα σχεδόν αποφάγια. Έσκυψε στον πρώτο κάδο και ανέσυρε δυο κλεισμένα χάρτινα κουτιά. Σηκώνοντας το καπάκι του ενός κουτιού, η μυρωδιά που αναδύθηκε από τα δυο μεγάλα, σχεδόν ζεστά κομμάτια κρέας, συνοδευμένα με σκόρπια λαχανικά, κόντεψαν να του σπάσουν τη μύτη. Κοίταξε στο βάθος του κάδου, εκεί  όπου του φάνηκε ότι λαμπύριζε κάτι, και ανέσυρε ένα μισό – άδειο ακριβό, μπουκάλι κρασί.

Χαμογέλασε ειρωνικά και σκέφτηκε: ποιος ανόητος θα πέταγε ένα τόσο καλό κρασί, χωρίς να το καταναλώσει ολόκληρο πρώτα. Σκέφτηκε, πόσοι είναι αυτοί οι άνθρωποι που αγοράζουν πολλά πράγματα, τα οποία δεν προλαβαίνουν να καταναλώσουν, με αποτέλεσμα αυτά να καταλήγουν στα σκουπίδια. Ασυναίσθητα, νόμισε ότι άκουσε τον εαυτό του, σε μια άλλη χριστουγεννιάτικη νύχτα κάπου στο παρελθόν, να φωνάζει στη γυναίκα του, που ετοιμαζόταν να πάει για ψώνια «επιτέλους, μην αγοράζεις πράγματα που δεν χρησιμοποιούμε και τα πετάμε».

Το σκληρό του πρόσωπο σκυθρώπιασε μονομιάς. Έβαλε τα κουτιά και το κρασί στον σάκο του και συνέχισε το ταξίδι του στους δρόμους της πόλης αναζητώντας ένα σημείο να απαγκιάσει. Έφτασε στο παρκάκι της εκκλησίας, και αναζήτησε ένα σημείο για να βγάλει τη νύχτα του. Βρήκε ένα στεγνό σημείο  κάτω από μια μουριά. Έβγαλε από τον σάκο του το sleeping bag που είχε μέσα. Έβγαλε τα κουτιά με το φαγητό και τα έστρωσε όσο προσεχτικά μπορούσε σε κάτι  χαρτόκουτα, που είχε πάρει μαζί του από τα σκουπίδια και με τα παγωμένα χέρια του να τρέμουν από το κρύο, άνοιξε το μπουκάλι με το κρασί και ήπιε δυο μεγάλες γουλιές, άφησε το υγρό να κατεβεί σιγά στον οισοφάγο του και ένοιωσε ένα ελαφρύ κάψιμο. Έγειρε το κεφάλι του στον κορμό της μουριάς και ένοιωσε τα βλέφαρα του να βαραίνουν βυθίζοντας τον σ ένα ταραγμένο με όνειρα ύπνο.

Ξαφνικά, αισθάνθηκε την αναπνοή του να σβήνει, ένα πυκνό σκοτάδι κάλυψε τα ήδη κλεισμένα του μάτια και νόμισε ότι ήρθε το τέλος του. Σαν σε όνειρο, ένοιωσε ξαφνικά το σώμα του να ζεσταίνεται, την αναπνοή του να δυναμώνει, αισθάνθηκε κάτι να του γλείφει το πρόσωπο και να τρίβεται επάνω του. Άνοιξε τα μάτια του και είδε το πρόσωπο ενός κουταβιού να τον κοιτάει παιχνιδιάρικα, με μια απερίγραπτη γλυκύτητα κουνώντας σαν τρελό την ουρά του, ενώ, ως δια μαγείας, ένας ζεστός, λαμπρός ήλιος ανέτειλε στον ορίζοντα ανάμεσα στους ουρανοξύστες του Μανχάταν.

Ανασηκώθηκε, με μια ανεξήγητη δύναμη, έριξε μια ματιά στο κουταβάκι και ξέσπασε σε γέλια, κοίταξε στα κουτιά που είχε βρει το προηγούμενο βράδυ και τα άνοιξε δίνοντας το ένα κομμάτι κρέας στο μικρό κουτάβι, που το άρπαξε με λαιμαργία να το φάει. Αυτός, δεν πεινούσε πια, άφησε το μικρό να φάει και το υπόλοιπο φαγητό, το πήρε στην αγκαλιά του και με μια κίνηση – που είχε καιρό να νοιώσει ότι είχε τη δύναμη να κάνει – σηκώθηκε στα πόδια του και του είπε «έλα μικρούλη μου, μια νέα μέρα ξημέρωσε για εμάς».

Φαίνεται, ότι η ζωή αποφάσισε να δώσει στον Μάριο, μια δεύτερη ευκαιρία! Κι εκείνος την άρπαξε. Την ίδια μέρα, έψαξε και βρήκε ένα παλιό φίλο του, του ζήτησε να κάνει ένα μπάνιο στο διαμερισμά του και να ντυθεί με καθαρά ρούχα (που είχε φυλάξει σε μια θυρίδα στο Union Station). Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη και γεμάτος ικανοποίση απο αυτό που είδε, άφησε το σκυλάκι του και πήγε στο ραντεβού που είχε κλείσει ο φίλος του, με τον διευθυντή μιας επιχείρησης, που ζητούσε ένα έμπειρο στελέχος για να αναλάβει τη διεύθυνση πωλήσεων της εταιρίας. Κέρδισε τη θέση και ξαναμπήκε στο παιχνίδι. Ο μικρός «Βίτο», το σκυλάκι του, δεν έφυγε από κοντά του ποτέ! Έκτοτε, μείνανε μαζί σε ένα ωραίο διαμέρισμα στο east side του Μανχάταν απολαμβάνοντας τη νέα τους ζωή! Ο Μάριο, γρήγορα ανέκαμψε, ξαναδημιούργησε μια αξιοσημείωτη περιουσία επενδύοντας στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, αγόρασε το διαμέρισμα και συνέχισε την περιπετειώδη και ωραία ζωή που είχε αφήσει για ένα μικρό διάστημα πίσω!

 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: Προηγούμενο θέμα Επόμενο θέμα

Προσθήκη σχολίου

Premium Penna Reporter Mamamia CityWoman
Copyrights © 2009-2020 Premium S.A. All Rights Reserved.