ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

«Τα σημαντικότερα μαθήματα που πήρα από τον πατέρα μου είναι να είμαι σκληρός, έντιμος, ευγενής και στην ώρα μου.» - Ρότζερ Μουρ

Tweet
Share
Tweet
Share

Ο σερ Ρότζερ Τζωρτζ Μουρ (Roger George Moore, 14 Οκτωβρίου 1927 - 23 Μαΐου 2017) ήταν Άγγλος ηθοποιός, γνωστός από τον ρόλο τού Σάιμον Τέμπλαρ στην τηλεοπτική σειρά Ο Άγιος (δεκαετία του 1960) και μετέπειτα από τον ρόλο του μυστικού πράκτορα Τζέιμς Μποντ σε επτά κινηματογραφικές ταινίες, μεταξύ του 1973 και του 1985. Ο Μουρ εργάσθηκε επίσης ως μοντέλο, ενώ εμφανίσθηκε και σε πολλές άλλες ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, όπως οι Ιβανόης (1958–1959), Μάβερικ (1961) και κυρίως τη σειρά The Persuaders! (1971) μαζί με τον Τόνι Κέρτις.

Ο Μουρ ήταν «πρεσβευτής καλής θελήσεως» για λογαριασμό της UNICEF. Από τη δεκαετία του 1970 ζούσε εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου για φορολογικούς λόγους. Η αυτοβιογραφία του δημοσιεύθηκε το 2008, ενώ είχε γράψει και άλλα βιβλία με αναμνήσεις από τη σταδιοδρομία του και τις ταινίες του Τζέιμς Μποντ.

Ο Ρότζερ Μουρ γεννήθηκε στο Στόκγουελ του Λονδίνου, ως το μοναχοπαίδι του αστυνομικού Τζωρτζ Άλφρεντ Μουρ και της Λίλιαν (Λίλυ) Μουρ, το γένος Πόουπ (Pope). Η μητέρα του είχε γεννηθεί στην Καλκούτα των τότε Βρετανικών Ινδιών[. Ο Ρότζερ πήγε στο γυμνάσιο του Μπάτερση, αλλά με την εκτόπιση εξαιτίας του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου στάλθηκε στο Χόλσγουόρθυ του Ντέβον. Στη συνέχεια τελείωσε το σχολείο στο γυμνάσιο αρρένων του Dr Challoner στο Άμερσαμ του Μπάκιγχαμσιρ και παρακολούθησε μαθήματα στο Πανεπιστήμιο του Ντάραμ, αλλά δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του[3].

Σε ηλικία 18 ετών, λίγο πριν από το τέλος του πολέμου, ο Μουρ πήγε στρατιώτης και στις 21 Σεπτεμβρίου 1946 προάχθηκε σε ανθυπολοχαγό, φθάνοντας τελικώς μέχρι τον βαθμό του λοχαγού. Ο Μουρ υπηρέτησε διοικώντας ένα μικρό φυλάκιο στην τότε κατεχόμενη Δυτική Γερμανία.

Πριν τον στρατό, το 1944-1945, ο Ρότζερ Μουρ είχε προλάβει να σπουδάσει για ένα εξάμηνο στη Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης (RADA), όπου τα δίδακτρά του πληρώνονταν από τον σκηνοθέτη Μπράιαν Ντέσμοντ Χερστ, που αργότερα χρησιμοποίησε τον Μουρ ως έξτρα στην ταινία του Trottie True (1949). Στη RADA ο Μουρ ήταν συμφοιτητής της μελλοντικής συμπρωταγωνίστριάς του στις ταινίες του Τζέιμς Μποντ Λόις Μάξγουελ (1927-2007), της πρώτης Μις Μάνιπένυ. Ο Μουρ επέλεξε να αφήσει τη σχολή μετά από 6 μήνες για να αναζητήσει εργασία ως ηθοποιός. Το ίνδαλμά του στον κινηματογράφο ήταν ο Άγγλος ηθοποιός Στιούαρτ Γκρέιντζερ. Σε ηλικία 17 ετών, Μουρ εμφανίσθηκε ως έξτρα στην ταινία Καίσαρ και Κλεοπάτρα (1945), οπότε και συνάντησε τον Γκρέιντζερ στα γυρίσματα. Πολύ αργότερα, θα εμφανίζονταν στο ίδιο έργο, την περιπέτεια Επιχείρηση Άγριες χήνες (1978), παρότι δεν είχαν κάποια σκηνή μαζί.

Σταδιοδρομία

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ο Μουρ εργάσθηκε ως μοντέλο, εμφανιζόμενος σε έντυπες διαφημίσεις για πλεκτά και πολλά άλλα προϊόντα, όπως οδοντόκρεμα. Πολλοί κριτικοί έχουν πει ότι αυτή η δραστηριότητα υποδεικνύει τα «ελαφρών βαρών» πιστοποιητικά του ως ηθοποιού. Στο βιβλίο του Last Man Standing: Tales From Tinseltown, ο Μουρ γράφει (κεφ. 2) ότι η πρώτη του τηλεοπτική εμφάνιση ήταν στις 27 Μαρτίου 1949 στη σειρά The Governess, του Πάτρικ Χάμιλτον, μία ζωντανή μετάδοση (όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, που δεν υπήρχαν τρόποι καταγραφής πλην του ακριβού κινηματογραφικού φιλμ), όπου ο Μουρ έπαιζε τον μικρό ρόλο του Μπομπ Ντριού (Bob Drew).

Στη συνέχεια, το 1954, ο Μουρ υπέγραψε ένα επταετές συμβόλαιο με τη Metro-Goldwyn-Mayer, αλλά οι ταινίες του που ακολούθησαν δεν σημείωσαν επιτυχία. Συμμετείχε στην ταινία Interrupted Melody (1955, βιογραφικό δράμα με θέμα την ανάρρωση ενός τενόρου από πολιομυελίτιδα), με το όνομά του να εμφανίζεται τρίτο μετά από αυτά των Γκλεν Φορντ και Έληνορ Πάρκερ. Στην ταινία του 1956 Diane το όνομα του Μουρ ήταν και πάλι τρίτο, αυτή τη φορά μετά από αυτά των Λάνα Τέρνερ και Πέδρο Αρμεντάριζ, και υποδύθηκε για πρώτη φορά ένα ιστορικό πρόσωπο: τον πρίγκιπα Ανρί, μετέπειτα βασιλιά Ερρίκο Β΄ της Γαλλίας. Μετά την εμπορική αποτυχία της ταινίας αυτής και τις επικρίσεις της από τους κριτικούς, ο Μουρ ελευθερώθηκε πρόωρα από το συμβόλαιό του με την εταιρεία. Πέρασε λίγα χρόνια παίζοντας ρόλους του ενός επεισοδίου σε τηλεοπτικές σειρές, όπως στη σειρά Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ παρουσιάζει. Ο μεγάλος ρόλος του στην ταινία The Miracle (1959), μία μεταφορά του θεατρικού έργου Das Mirakel από τη Warner Bros., ειχε απορριφθεί από τον Ντερκ Μπόγκαρντ.

Καθιέρωση στην τηλεόραση (1958–1972

Ιβανόης (1958–1959)

Ο Μουρ κατόρθωσε να γίνει γνωστός στην τηλεόραση παίζοντας τον ομώνυμο ρόλο του Σερ Γουίλφρεντ (Wilfred of Ivanhoe) στη σειρά του 1958–59 Ιβανόης, μία χαλαρή μεταφορά του ομώνυμου ρομαντικού μυθιστορήματος του Σερ Γουόλτερ Σκοτ, η δράση του οποίου τοποθετείται τον 12ο αιώνα. Γυρισμένη κυρίως στην Αγγλία, αλλά και στην Καλιφόρνια, η σειρά απευθυνόταν σε νεανικό ακροατήριο και το πρώτο επεισόδιο γυρίστηκε έγχρωμο, μία ένδειξη του σχετικώς υψηλού προϋπολογισμού της για νεανική βρετανική σειρά της εποχής, ενώ τα υπόλοιπα 38 ημίωρα επεισόδια γυρίστηκαν ασπρόμαυρα. Ο Κρίστοφερ Λι και ο μετέπειτα σκηνοθέτης Τζον Σλέσιντζερ συγκαταλέγονταν μεταξύ των γκεστ σταρ της σειράς, ενώ μεταξύ των τακτικών ηθοποιών διακρίθηκαν οι Ρόμπερτ Μπράουν (που θα έπαιζε αργότερα τον «Μ» σε αρκετές ταινίες του Τζέιμς Μποντ) και ο Πήτερ Τζίλμορ. Κατά το γύρισμα σκηνών δράσης, ο Μουρ έσπασε μερικά πλευρά και δέχθηκε ένα χτύπημα στο κράνος του από πολεμικό πέλεκυ. Αργότερα εξομολογήθηκε: «Αισθανόμουν τελείως γελοίος περιφερόμενος καβάλα με όλη αυτή την αρματωσιά και το ηλίθιο φτερωτό κράνος, ένιωθα σαν μεσαιωνικός πυροσβέστης».

Οι Αλασκανοί (1959–1960)

Η επόμενη τηλεοπτική σειρά του Μουρ ήταν το αμερικανικό γουέστερν The Alaskans, όπου συμπρωταγωνιστούσε με τους Ντόροθυ Προβάιν και Ρέι Ντάντον. Η σειρά κράτησε μία μόνο σεζόν, με 37 επεισόδια της μιας ώρας. Παρότι η υπόθεση διαδραματιζόταν πράγματι στο Σκάγκγουεϊ της Αλάσκας την εποχή του Πυρετός του χρυσού του Κλοντάικ (περί το 1896), τα γυρίσματα έγιναν στα στούντιο της Warner Bros. στο Χόλυγουντ, με τους ηθοποιούς να ιδρωκοπούν ντυμένοι με γούνινα παλτά και καπέλα. Ο Μουρ βρήκε τη δουλειά εξαιρετικά απαιτητική και το αίσθημα που ανέπτυξε στα παρασκήνια με την Προβάιν περιέπλεξε τα πράγματα ακόμα περισσότερο. Στη συνέχεια εμφανίσθηκε σε επεισόδιο της αστυνομικής δραματικής σειράς The Roaring 20s με τον Τζων Ντένερ και την Προβάιν.

Μάβερικ (1960–1961)

Οι Αλασκανοί έφεραν στον Μουρ έναν ρόλο στην πολύ πιο επιτυχημένη σειρά γουέστερν των ABC και Warner Bros Μάβερικ, όπου έπαιζε τον με αγγλική προφορά εξάδελφο των επαγγελματιών χαρτοπαικτών αδελφών Μάβερικ. Ο Σον Κόνερι είχε ταξιδέψει από την Αγγλία για να δοκιμάσει τον ρόλο, αλλά τον απέρριψε[7]. Ο Μουρ εμφανίσθηκε σε 14 επεισόδια, όταν ο Τζέιμς Γκάρνερ είχε εγκαταλείψει τη σειρά. Το ντεμπούτο του Μουρ στον ρόλο του Μπω Μάβερικ (Beau Maverick) έγινε στο πρώτο επεισόδιο της τέταρτης σεζόν ("The Bundle From Britain"). Στο επεισόδιο "Red Dog" ο Μπω βρίσκεται μπλεγμένος με τους αδίστακτους ληστές τραπεζών που υποδύονταν οι Λι Βαν Κλιφ και Τζων Καραντάιν. Ο Μουρ ανέφερε την χειροτέρευση στην ποιότητα του σεναρίου ως τον κύριο παράγοντα για τον οποίο εγκατέλειψε τη σειρά.

Ο Άγιος (1962–1969)

Η εποχή που γνώρισε την παγκόσμια φήμη ήρθε για τον Μουρ όταν ο παραγωγός σερ Λιου Γκρέιντ του έδωσε τον ρόλο του Σάιμον Τέμπλαρ στη σειρά Ο Άγιος, βασισμένη στα μυθιστορήματα του Λέσλι Τσάρτερις. Ο Μουρ είχε πει σε συνέντευξή του τότε (1963) ότι ήθελε να αγοράσει τα δικαιώματα για τον συγκεκριμένο χαρακτήρα του Τσάρτερις. Η τηλεοπτική αυτή σειρά γυρίστηκε στη Βρετανία, αλλά με «το μάτι στραμμένο» προς την αμερικανική αγορά, και η επιτυχία της εκεί και σε αρκετές άλλες ξένες χώρες έκανε το όνομα «Μουρ» γνωστό διεθνώς, ιδίως από το 1967 και μετά. Επιπλέον, εδώ ο Μουρ καθιέρωσε το κομψό, γεμάτο αυτοπεποίθηση, γοητευτικό και περιπαικτικό στιλ του, το οποίο μετέφερε και στον ρόλο του Τζέιμς Μποντ. Στα ύστερα χρόνια της σειράς ο Μουρ έφθασε να σκηνοθετήσει αρκετά επεισόδιά της.

Η σειρά προβλήθηκε από το 1962 επί εξαετία (μέχρι το 1967 ασπρόμαυρη και μετά έγχρωμη), με 118 επεισόδια, κάτι που την κατέστησε (μαζί με τη σειρά The Avengers) τη μακροβιότερη σειρά του είδους της στην ιστορία της βρετανικής τηλεοράσεως. Ωστόσο, από ένα σημείο και ύστερα ο Μουρ άρχισε να βαριέται τον ρόλο. Φεύγοντας από τη σειρά, γύρισε αμέσως δύο κινηματογραφικές ταινίες: το Crossplot (1969) και το απαιτητικότερο The Man Who Haunted Himself (1970), σε σκηνοθεσία Μπέιζιλ Ντήαρντεν, που έδωσε στον Μουρ την ευκαιρία να επιδείξει ένα ευρύτερο ερμηνευτικό φάσμα από όσο του είχε επιτρέψει ο ρόλος του Σάιμον Τέμπλαρ, παρότι οι κριτικές εκείνης της εποχής ήταν μάλλον χλιαρές, όπως και η εμπορική επιτυχία των ταινιών αυτών.

The Persuaders! (1971–1972)

Η τηλεόραση δελέασε τον Μουρ και πάλι, κάνοντάς τον να συμπρωταγωνιστήσει με τον Τόνι Κέρτις στη σειρά The Persuaders!, που αφηγείται τις περιπέτειες δύο εκατομμυριούχων πλεϊμπόι ανά την Ευρώπη. Ο Μουρ αμείφθηκε με το πρωτάκουστο τότε ποσό του 1 εκατομμυρίου λιρών Αγγλίας για τη σειρά, κάτι που τον κατέστησε τον καλύτερα αμειβόμενο τηλεοπτικό ηθοποιό στον κόσμο. Ωστόσο, ο Λιου Γκρέιντ ισχυρίζεται στην αυτοβιογραφία του ότι οι Μουρ και Κέρτις δεν «πήραν τη σειρά και τόσο στα σοβαρά». Ο Κέρτις αρνιόταν να μείνει έστω και λίγη ώρα παραπάνω στο γύρισμα από όσο ήταν απολύτως απαραίτητο, ενώ ο Μουρ ήταν πάντοτε πρόθυμος να εργασθεί υπερωριακά.

Ενώ η σειρά απέτυχε στις ΗΠΑ, όπου είχε προπωληθεί στο ABC, γνώρισε μεγάλη επιτυχία στην Ευρώπη και στην Αυστραλία. Στη Γερμανία, όπου προβλήθηκε με τον τίτλο Die Zwei («Οι δυο τους»), θριάμβευσε μέσα από την ιδιαίτερα διασκεδαστική μεταγλώττιση, η οποία ελάχιστα αποτελούσε μετάφραση των αρχικών διαλόγων. Στη Γαλλία ήταν επίσης σταθερά δημοφιλής, υπό τον τίτλο Amicalement Vôtre.

Η εποχή του Τζέιμς Μποντ (1973–1985)

Εξαιτίας της αφιερώσεως του χρόνου του σε αρκετές τηλεοπτικές σειρές, ιδίως στη μακρόβια σειρά Ο `Αγιος, όπου ήταν και συμπαραγωγός, ο Ρότζερ Μουρ δεν ήταν ούτως ή άλλως διαθέσιμος για ταινίες Τζέιμς Μποντ για πολύ καιρό. Ωστόσο, ήδη το 1964 είχε εμφανισθεί στον ρόλο του διάσημου πράκτορα στην κωμική σειρά Mainly Millicent. Στην αυτοβιογραφία του (2008) ο Μουρ γράφει ότι δεν είχε ποτέ προσεγγιστεί να παίξει τον ήρωα στον Δόκτορα Νο, ούτε πιστεύει ότι είχε ποτέ θεωρηθεί ως μία εναλλακτική λύση για τον ρόλο. Μόνο αφού ο Σον Κόνερι ανακοίνωσει το 1966 ότι δεν θα έπαιζε τον Μποντ ο Μουρ συνειδητοποίησε ότι ίσως να ήταν υποψήφιος για τον ρόλο. Αλλά μετά από μία ταινία με τον Τζωρτζ Λέιζενμπυ στο ρόλο του Μποντ, ο Κόνερι έπαιξε και πάλι τον Μποντ, στην ταινία Τα διαμάντια είναι παντοτινά (1971), οπότε ο Μουρ δεν ξανασκέφθηκε αυτή τη δυνατότητα, μέχρι που έγινε ξεκάθαρο πλέον ότι ο Κόνερι, που είναι δυόμιση χρόνια μικρότερος του Μουρ στην ηλικία, είχε τελειώσει με τον Μποντ. Τότε, τον Αύγουστο του 1972, ο παραγωγός των ταινιών Μποντ Άλμπερτ Μπρόκολι προσέγγισε τον Μουρ και του πρότεινε τον ρόλο του θρυλικού πράκτορα, πρόταση την οποία ο Μουρ αποδέχθηκε. Στην αυτοβιογραφία του γράφει ότι έπρεπε να κόψει τα μαλλιά του και να χάσει βάρος προκειμένου να υποδυθεί τον Μποντ, πράγματα που δεν τού άρεσαν. Ωστόσο, τού δόθηκε ο ρόλος, αρχικώς στην ταινία Ζήσε κι άσε τους άλλους να πεθάνουν (1973). Ο Μουρ συμπλήρωσε τα περισσότερα χρόνια στον ρόλο του Τζέιμς Μποντ από κάθε άλλο ηθοποιό, 12 συνολικά, με 7 επίσημες ταινίες. Μέχρι στιγμής επίσης είναι ο μεγαλύτερος σε ηλικία ηθοποιός που υποδύθηκε τον Μποντ: ήταν 58 ετών όταν ανακοίνωσε την απόσυρσή του από τον ρόλο, στις 3 Δεκεμβρίου 1985.

Ο Τζέιμς Μποντ του Μουρ ήταν πολύ διαφορετικός από αυτόν του συγγραφέα Ίαν Φλέμινγκ. Σεναριογράφοι όπως ο Τζωρτζ Μακντόναλντ Φρέιζερ έγραψαν σενάρια στα οποία ο Μουρ υποδυόταν έναν έμπειρο, ευγενικό και σοφιστικέ πλεϊμπόι που είχε πάντα ένα γκάτζετ ή κόλπο έτοιμο όταν χρειαζόταν. Ο Μποντ του Μουρ διακρινόταν επίσης από την αίσθηση του χιούμορ και τις έξυπνες ατάκες του, αλλά ήταν επίσης ένας έμπειρος ντετέκτιβ με κοφτερό μυαλό.

Το 2004 ο Μουρ ψηφίστηκε ως «ο καλύτερος Μποντ» σε μία δημοσκόπηση σχετιζόμενη με τα Βραβεία Όσκαρ, ενώ σε μία άλλη (το 2008) έλαβε το 62% των ψήφων. Το 1987 είχε παρουσιάσει την επετειακή τηλεοπτική εκπομπή Happy Anniversary 007: 25 Years of James Bond.

Άλλες ταινίες του Μουρ την ίδια περίοδο

Κατά την περίοδο που πρωταγωνιστούσε στις ταινίες του Μποντ, ο Μουρ έπαιξε και σε 13 άλλες ταινίες, με πρώτη το θρίλερ Gold (1974) με τη Σουζάνα Γιορκ. Υποδύθηκε επίσης, μεταξύ άλλων, έναν κομάντο, συμπρωταγωνιστώντας με τους Ρίτσαρντ Μπάρτον και Ρίτσαρντ Χάρις στην ανορθόδοξη περιπέτεια Επιχείρηση Άγριες χήνες (1978), έναν ειδικό της αντιτρομοκρατικής στο θρίλερ North Sea Hijack (1979) και έναν εκατομμυριούχο τόσο παθιασμένο με τον Ρότζερ Μουρ, ώστε να υποβληθεί σε πλαστική χειρουργική για να μοιάζει με το ίνδαλμά του, στην κωμωδία Κάνονμπολ (1981). Ακόμα, έκανε ένα σύντομο πέρασμα στον ρόλο του επιθεωρητή Κλουζώ στην Η κατάρα του Ροζ Πάνθηρα (1983). Ωστόσο, οι περισσότερες από αυτές τις ταινίες δεν έτυχαν καλών κριτικών, ούτε σημείωσαν μεγάλη εμπορική επιτυχία. Επιπλέον, ο Μουρ επικρίθηκε ευρέως για το ότι γύρισε τρεις ταινίες στη Νότια Αφρική υπό το καθεστώς του απαρτχάιντ κατά τη δεκαετία του 1970 (τις Gold, Shout at the Devil και Επιχείρηση Άγριες χήνες).

Μετά τον Μποντ

Επί πέντε χρόνια μετά την τελευταία ταινία του Μποντ, ο Μουρ δεν έπαιξε σε κινηματογραφική ταινία, εκτός από την κομεντί Bed & Breakfast, που γυρίστηκε το 1989, αλλά βγήκε στους κινηματογράφους το 1992. Επανεμφανίσθηκε το 1990 σε αρκετές ταινίες και στην τηλεοπτική σειρά My Riviera. Είχε έναν μεγαλύτερο ρόλο στην ταινία The Quest του Ζαν Κλοντ Βαν Νταμ. Σε μία από τις τελευταίες του ταινίες, σε ηλικία 73 ετών, ο Μουρ δεν δίστασε να υποδυθεί έναν εκδηλωτικό ομοφυλόφιλο στην ταινία Boat Trip (2002).

Η βρετανική σατιρική εκπομπή Spitting Image έδειξε κάποτε ένα σκετς στο οποίο ένα λαστιχένιο ομοίωμα του Μουρ, όταν του ζητείται να εκφράσει συναισθήματα, περιορίζεται στο να ανασηκώσει το ένα φρύδι του. Ο ίδιος ο Μουρ είπε ότι βρήκε το σκετς αστείο και δεν προσβλήθηκε καθόλου. Πράγματι είχε υιοθετήσει πάντα θερμά το σήκωμα των φρυδιών, δηλώνοντας ότι στον ρόλο του Μποντ έπαιρνε μόνο τρεις εκφράσεις: με σηκωμένο το δεξί φρύδι, με σηκωμένο το αριστερό φρύδι και συνοφρυωμένος όταν τον άρπαζε ο «Σαγόνας». Σε άλλο επεισόδιο του Spitting Image, το ομοίωμα του Μουρ εμφανίζεται να δέχεται εντολές από τη Μάργκαρετ Θάτσερ να δολοφονήσει τον Μιχαήλ Γκορμπατσώφ. Ως πασίγνωστος ηθοποιός, ο Μουρ σατιρίστηκε και γελοιοποιήθηκε ακόμα περισσότερο σε άλλες κωμικές εκπομπές, με τον κωμικό Ρόρυ Μπρέμνερ να ισχυρίζεται ότι κάποτε είχε δεχθεί απειλές από έναν εξαγριωμένο θαυμαστή του Μουρ μετά από μία τέτοια σάτιρα.

Το 2009 ο Μουρ εμφανίσθηκε σε διαφήμιση για τα ταχυδρομεία. Το 2010 ο Μουρ συμμετείχε ως ηθοποιός φωνής στον ρόλο μιας γάτας ονόματι Λέιζενμπυ (το επώνυμο του ηθοποιού Τζωρτζ Λέιζενμπυ που υποδύθηκε μόνο μία φορά τον Μποντ) στην ταινία Cats & Dogs: The Revenge of Kitty Galore, η οποία περιείχε αρκετές αναφορές σε ταινίες του Τζέιμς Μποντ και παρωδίες τους.

Το 2015 το περιοδικό GQ τον συμπεριέλαβε ανάμεσα στους 50 «καλύτερα ντυμένους Βρετανούς άνδρες»[

Ανθρωπιστικό και φιλοζωικό έργο

Η φίλη του Μουρ Όντρεϊ Χέπμπορν τον είχε εντυπωσιάσει με το έργο της για τη UNICEF και έτσι έγινε κι αυτός «πρεσβευτής καλής θελήσεως» της UNICEF το 1991. Δική του ήταν η φωνή του Αη Βασίλη στην ταινία κινούμενων σχεδίων της UNICEF Η μύγα που με αγάπησε (2004).

Ο Μουρ συμμετείχε στην παραγωγή ενός βίντεο για την PETA που διαμαρτυρόταν κατά της παραγωγής και των πωλήσεων φουά γκρα, του οποίου είναι και ο αφηγητής. Η ισχυρή συνηγορία του στην υπόθεση οδήγησε τα πολυκαταστήματα Selfridges να μη διαθέτουν πλέον το συγκεκριμένο προϊόν.

Φορολογικός εξόριστος

Ο Μουρ εγκατέλειψε το Ηνωμένο Βασίλειο για φορολογικούς λόγους το 1978, κατεφεύγοντας αρχικά στην Ελβετία. Μοίραζε τον χρόνο του σε τρεις διαφορετικές κατοικίες: ένα διαμέρισμα στο Μονακό, ένα σαλέ στην Κρανς-Μοντάνα της Ελβετίας και ένα σπίτι στη νότια Γαλλία, ενώ από νομικής πλευράς ήταν μόνιμος κάτοικος του Μονακό, έχοντας μάλιστα διορισθεί ως «Πρεσβευτής Καλής Θελήσεως» του Μονακό από τον πρίγκιπα Αλβέρτο για τη συμβολή του στη διεθνή διαφήμιση του πριγκιπάτου. Το μόνο που τον ενοχλούσε εκεί ήταν ο αυξανόμενος αριθμός Ρώσων, και είχε δηλώσει: «Φοβάμαι ότι παραγεμίσαμε με Ρώσους - όλα τα μενού στα εστιατόρια είναι πλέον στη ρωσική γλώσσα».

Τιμητικές διακρίσεις

Το 1999 ο Μουρ τιμήθηκε με το παράσημο Commander of the Order of the British Empire (CBE) και μετά (2003) με το ανώτερο Knight Commander of the Order of the British Empire (KBE) για το φιλανθρωπικό του έργο, το οποίο κυριάρχησε στον δημόσιο βίο του για περισσότερο από μία δεκαετία. Ο ίδιος ο Μουρ δήλωσε ότι η αιτιολόγηση «σήμανε πολύ περισσότερα για μένα από ό,τι αν το είχα πάρει για την ηθοποιία μου... Υπερηφανεύομαι γιατί το πήρα για λογαριασμό της UNICEF...».

Στις 11 Οκτωβρίου 2007, τρεις ημέρες πριν τα ογδοηκοστά του γενέθλια, ο Μουρ τιμήθηκε με ένα αστέρι στη Λεωφόρο της Δόξας στο Χόλυγουντ για το έργο του στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο. Στην τελετή ήταν παρόντες η οικογένεια, φίλοι και ο ηθοποιός Ρίτσαρντ Κιλ, που έπαιξε τον ρόλο του «Σαγόνα» σε δύο ταινίες Τζέιμς Μποντ με τον Μουρ (Η κατάσκοπος που με αγάπησε και Επιχείρηση Μουνρέικερ). Το αστέρι του Μουρ ήταν το υπ' αριθμό 2.350 αστέρι της Λεωφόρου και, σε έναν συμβολισμό για τις ταινίες του Μποντ, βρίσκεται έξω από τον αριθμό 7007 της Λεωφόρου Χόλυγουντ.

Το 2008 η γαλλική κυβέρνηση απένειμε στον Μουρ το παράσημο Commandeur του Τάγματος Τεχνών και Γραμμάτων.

Στις 21 Νοεμβρίου 2012 ο Μουρ ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτορας από το Πανεπιστήμιο του Χάρτφορντσιερ «για την εξέχουσα συνεισφορά του στην κινηματογραφική και τηλεοπτική βιομηχανία του Ηνωμένου Βασίλείου για περισσότερα από 50 χρόνια, και ιδίως σε κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές στην Κομητεία του Χάρτφορντσιερ.

Βραβεία

Για το φιλανθρωπικό του έργο

  • 2008: Βραβείο Dag Hammarskjöld του ΟΗΕ
  • 2005: Ανθρωπιστικό Βραβείο Snowflake Audrey Hepburn της UNICEF
  • 2003: Γερμανικός Ομοσπονδιακός Σταυρός της Αξίας (Bundesverdienstkreuz), για το έργο του κατά του τράφικινγκ παιδιών ως ειδικός αντιπρόσωπος στη UNICEF

Για τη συνολική σταδιοδρομία του

  • 2004: TELEKAMERA ("Tele Tydzień", Πολωνία)
  • 2002: Monte Carlo TV Festival
  • 2001: Lifetime achievement award (Φεστιβάλ Ταινιών της Τζαμάικα)
  • 1997: Palm Springs film festival, ΗΠΑ
  • 1995: TELE GATTO (της ιταλικής TV)
  • 1991: GOLDEN CAMERA (της γερμανικής TV)
  • 1990: BAMBI (του γερμανικού περιοδικού Bunte)

Για την ηθοποιία του

  • 1981: OTTO (δημοφιλέστερου κινηματογραφικού ηθοποιού, από το γερμανικό περιοδικό Bravo)
  • 1980: SATURN (δημοφιλέστερου διεθνούς ηθοποιού-performer)
  • 1980: Χρυσή Σφαίρα World Film Favorite (κατηγ. ανδρών)
  • 1973: BAMBI (από κοινού με τον Τόνυ Κέρτις για τη σειρά The Persuaders!, από το γερμανικό περιοδικό Bunte)
  • 1973: BEST ACTOR IN TV, από το γαλλικό περιοδικό Tele-7-jours (από κοινού με τον Τόνυ Κέρτις για τους Persuaders)
  • 1967: ONDAS-AWARD (της ισπανικής TV για τον `Αγιο)
  • 1967: OTTO (δημοφιλέστερου τηλεοπτικού ηθοποιού για τον `Αγιο από το γερμανικό περιοδικό Bravo)

Βιβλία

Ο Μουρ έγραψε ένα βιβλίο για τα γυρίσματα της ταινίας Ζήσε κι άσε τους άλλους να πεθάνουν, βασισμένο στο ημερολόγιό του. Roger Moore as James Bond: Roger Moore's Own Account of Filming Live and Let Die (Pan Books, Λονδίνο 1973). Το βιβλίο περιέχει μία ευχαριστία προς τον Σον Κόνερι, με τον οποίο είναι παλαιοί φίλοι. 

Πηγή: wikipedia

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: Προηγούμενο θέμα Επόμενο θέμα

Προσθήκη σχολίου

Premium Penna Reporter Mamamia CityWoman