ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τελικά, οι Αρχαίοι Έλληνες ήταν σκέτη λέρα!..

Tweet
Share
Tweet
Share

Μία αρχαιοελληνική σημασία του «άμβωνα» είναι το αιδοίο. Όποιος λειτουργεί εκεί, υψώνει και υψώνεται.

Προκύπτει εύκολα η συνάφεια με την ανωτερότητα, την ευλάβεια, προτού χαθεί το μέτρο, καθώς και το προσκύνημα: το αιδοίο, εννοείται επιτάσσει και τα τρία.

Είναι πρόδηλο ότι η εύπλαστη ελληνική γλώσσα, κατασκεύασε και το σχετικό ρήμα. Αμβωνίζομαι θα πει ότι έρχομαι σε συνουσία με το αιδοίο- φανταστείτε την απορία μιας παρέας, όπου θα έλεγε κανείς, στην έκθαμβη ομήγυρη: «αμβωνίστηκα παίδες μαζί της χθες, με τρελό πάθος στο αμάξι».

Τα βρωμόλογα των αρχαίων Ελλήνων

Όπως ο Όμηρος, περιγράφει στην Οδύσσειά του (και μήπως το ταξίδι στα άγια και κολασμένα σώματα των γυναικών δεν είναι μια φουρτουνιασμένη Οδύσσεια;) τον πολύτροπο και πολύπαθο ήρωά του, σαν έναν πολύπειρο άνθρωπο ο οποίος «πολλών δ΄ ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω», έτσι και ο Αριστοφάνης, ή κατ΄ άλλους ο Εύπολις, ύμνησε έναν ναυαγό του αιδοίου, με τα λόγια  «ω πολλών ήδη λοπάδων τους άμβωνας περιλείξας».  (αυτός πολλών αιδοίων τα χείλη έχει καταγλείψει).

Βρίζανε καθόλου οι Αρχαίοι; Άκου λέει! Χυδαιολογούσαν αχαλίνωτα και μάλιστα, πολύ περισσότερο από σήμερα! Ο αναγνωρισμένος συγγραφέας και εκδότης Μάριος Βερέττας, μετά από επίπονη, υψηλού επιπέδου εργασία, συγκέντρωσε σε μια ευσύνοπτη έκδοση με τίτλο «Τα βρωμόλογα των Αρχαίων Ελλήνων», τις βωμολοχίες τους, οι οποίες έτσι κι αλλοιώς αποτελούν συστατικό μέρος της γλώσσας. Άλλωστε, όπως λέει και ο (απαραίτητος και παντός καιρού…) Μίλαν Κούντερα, οι άνθρωποι γίνονται γελοίοι, όταν προσπαθούν να βρίσουν σε ξένη γλώσσα και είναι ακριβώς οι βρισιές που τους δίνουν τελικά την εθνική τους ταυτότητα, ή κάπως έτσι…


Στη νέα δεύτερη έκδοση, εξηγεί ο συγγραφέας, «το μικρό λεξικό της αρχαίας βωμολοχίας αρχίζει πλέον να μοιάζει με "φιλολογικό πόνημα", αλλά προσοχή, μη ξεγελιέστε... Ο αρχικός σκοπός του ήταν να προκαλέσει γέλιο, κι αυτός παραμένει αμετάβλητος. Έτσι, αφού μελετήσετε την νέα "ενισχυμένη" έκδοση, ρωτείστε τον πρώτο σοβαροφανή "αρχαιογνώστη", "αρχαιολάτρη" ή "αρχαιοπαρμένο" να σας απαντήσει, εάν γνωρίζει, όχι μόνον τι σημαίνουν οι λέξεις "εσχάρα", "ληκώ" και "μίνθος", αλλά και ποιά η διαφορά ανάμεσα στον "πυροπίπη" και τον "πυρροπίπη", ποιά η ακριβής σημασία της λέξης "λαλοβαρυπαραμελορυθμοβάτης", και εάν τελικά η λέξη "χαλίμα" είναι ελληνική!
Επαναλαμβάνω ότι το παρόν χυδαιότατο ρυπαρογράφημα μπορεί εν δυνάμει να εξυπηρετήσει και... παιδαγωγικούς σκοπούς, παρόλο που το χειρότερο που θα μπορούσε να του συμβεί, θα ήταν να συμπεριληφθεί στην επίσημη ύλη του υπουργείου Παιδείας»!..

Μια μικρή γεύση από τα βρωμόλογα
Α
ΑΒΡΟΒΑΤΗΣ θηλυπρεπής άνδρας με γυναικείο βάδισμα, κουνιστός [αβροβάτης = αβρός(τρυφερός) + βαίνω (προχωρώ, εισέρχομαι)
ΑΒΡΟΒΟΣΤΡΥΧΟΣ θηλυπρεπής άνδρας με γυναικείες κοτσίδες [ αβροβόστρυχος = αβρός(τρυφερός) + βόστρυχος (κοτσίδα)]
ΑΜΒΩΝ μουνόχειλο [ άμβων = ανά + βαίνω]
ΑΝΑΣΕΙΣΙΦΑΛΛΟΣ φιλήδονη γυναίκα που πιάνει και κουνάει το φαλλό [ ανασεισίφαλλος = ανασείω + φαλλός]
ΑΠΟΨΥΓΜΑ σκατό [απόψυγμα = αποψύχω (βγάζω κάτι έξω και το αφήνω να κρυώσει]
ΑΡΟΤΟΣ γαμίσι [ άροτος = όργωμα]
Β
ΒΔΕΩ κλάνω [βδέω = βρωμάω]
ΒΛΗΧΩ μουνάκι [ βληχώ = βληχή (βέλασμα, αρνάκι μαλλιαρό)]
ΒΟΥΒΟΝΙΩ καυλώνω [ βουβονιώ = βόμβων (πρήξιμο, φούσκωμα)]
Γ
ΓΛΩΤΤΟΔΕΨΕΩ κάνω μαλάξεις με τη γλώσσα, γλείφω αιδοία [γλωττοδεψέω = γλώττα + δεψέω (κάνω μαλάξεις)]
ΓΟΓΓΥΛΗ βυζί [γογγύλη = ολοστρόγγυλη]
ΓΥΝΑΙΚΟΠΙΠΗΣ μπανιστιρτζής [ γυναικοπίπης = γυναίκα + οπιπτεύω]
Δ
ΔΕΛΦΥΣ γυναικείο αιδοίο [ δελφύς = βολβός (αγριοκρεμμύδα)]
ΔΙΔΥΜΟΣ αρχίδι [ δίδυμος = δις + δύο]
ΔΡΟΜΑΣ πόρνη του δρόμου [δρομάς = δρόμος]
Ε
ΕΔΡΟΣΤΡΟΦΟΣ κίναιδος που κουνάει τον κώλο του [εδρόστροφος = έδρα + στρέφω]
ΕΣΧΑΡΑ γυναικείο αιδοίο [εσχάρα = από το ρήμα ίσχω (εμποδίζω)]
ΕΥΠΥΓΟΣ γυναίκα με ωραίο κώλο [εύπυγος = ευ + πυγή ]
Κ
ΚΑΣΣΩΡΙΣ πόρνη [κασσωρίς = από το κάσις (αδελφός, εταίρος)]
ΚΙΝΟΥΡΗΣ αυτός που περπατά επιδεικνύοντας την ψωλή του [κίνουρης = κινέω + ουρά]
ΚΥΝΤΕΡΟΣ αναίσχυντος, θρασύς [κύντερος = από το κύων
ΚΥΩΝ πέος [ κύων = από το ρήμα κύω (γεννώ)]
Μ
ΜΑΝΙΟΚΗΠΟΣ γυναίκα που θέλει διαρκώς να γαμιέται [ μανιόκηπος = μανία + κήπος (μουνί)]
ΜΥΖΟΥΡΙΣ γυναίκα που βυζαίνει το πέος, πιπατζού [μύζουρις = μυζάω + ουρά (πέος)]
ΜΥΡΡΙΝΟΝ η τριχωτή περιοχή του αιδοίου [μυρρίνον = από το μύρρα (μυρτιά)]
Π
ΠΕΡΙΒΑΣΩ η γυναίκα που καβαλάει ερωτικά άνδρες[περιβασώ = περί + βαίνω]
ΠΗΘΙΚΑΛΩΠΗΞ άνθρωπος πανούργος [πιθηκαλώπηξ = πίθηκος = αλώπηξ]
ΠΟΣΘΩΝ άνδρας με μεγάλο πέος [ πόσθων = από το πόσθη(πέος)]
ΠΥΓΙΣΤΗΣ κωλομπαράς [πυγιστής = από την πυγή]
Ρ
ΡΩΠΟΠΕΡΠΕΡΗΘΡΑΣ άνδρας που εκτομίζει ακατάπαυστα βλακείες [ρωποπερπερήθρας = ρώπος(φτηνόπραγμα) + πέρπερος (φλυαρία)]

Γιώργος Χατζηδημητρίου

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: Προηγούμενο θέμα Επόμενο θέμα

Προσθήκη σχολίου

Premium Penna Reporter Mamamia CityWoman